Τρίτη 8 Μαρτίου 2016

Το Πείραμα του Ερατοσθένη

eratosthenes1Η Κυριακή 20 Μαρτίου (εαρινή Ισημερία) μπορεί να χαρακτηριστεί ως η αρχή της Άνοιξης. Τη συγκεκριμένη ημερομηνία ο Ήλιος βρίσκεται ακριβώς πάνω από τον ισημερινό της Γης, με αποτέλεσμα η νύχτα και η μέρα να έχουν ίση διάρκεια σε οποιοδήποτε σημείο της γήινης επιφάνειας. Τη μέρα αυτή είναι μια καλή ευκαιρία να επαναλάβουμε το πείραμα του Ερατοσθένη επειδή γνωρίζουμε τον τόπο που ο Ήλιος ρίχνει τις ακτίνες του κατακόρυφα. Λόγω της κυριακάτικης αργίας η εκτέλεση του πειράματος προτείνεται να γίνει τη Δευτέρα 21 Μαρτίου 2016. Η δράση με τίτλο: «Το Πείραμα του Ερατοσθένη για τον υπολογισμό της ακτίνας της Γης» διοργανώνεται από τα ΕΚΦΕ Σερρών, Κατερίνης, Σπάρτης, Μυτιλήνης και 1οΗρακλείου, με την υποστήριξη της ΠΑΝΕΚΦΕ. Στη δράση μπορούν να συμμετέχουν ομάδες μαθητών, με την καθοδήγηση των εκπαιδευτικών τους από όλα τα σχολεία της χώρας. Το πείραμα αυτό έχει χαρακτηριστεί ως ένα από τα 10 πιο όμορφα πειράματα στην ιστορία της φυσικής.

Λίγα λόγια για την ιστορία του πειράματος

Ο Ερατοσθένης (3ος π.Χ. αιώνας) ήταν Διευθυντής της μεγάλης Βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας, όπου σε έναν πάπυρο διάβασε ότι το μεσημέρι της 21ης Ιουνίου (θερινό ηλιοστάσιο), στα νότια όρια της πόλης Συήνη (Ασσουάν), οι κατακόρυφοι στύλοι δεν ρίχνουν καθόλου σκιά και ο Ήλιος καθρεφτίζεται ακριβώς στον πυθμένα ενός πηγαδιού (δηλαδή, βρίσκεται στο Ζενίθ του τόπου). Ως επιστήμονας, λοιπόν, ο Ερατοσθένης διερωτήθηκε, εάν συμβαίνει το ίδιο ταυτόχρονα και σε μια άλλη πόλη πχ. στην Αλεξάνδρεια. Όμως στην Αλεξάνδρεια, κατά την ίδια μέρα και ώρα, οι κατακόρυφοι στύλοι έριχναν σκιά.Αν η Γη ήταν επίπεδη, οι κατακόρυφοι στύλοι στις δυο πόλεις θα ήταν παράλληλοι και θα έπρεπε και οι δυο να ρίχνουν σκιά. Αφού, λοιπόν, αυτό δεν είναι αλήθεια, τι μπορεί να συμβαίνει; Την απάντηση έδωσε ο Ερατοσθένης υποστηρίζοντας ότι η επιφάνεια της Γης δεν είναι επίπεδη αλλά σφαιρική. Αυτό το συμπέρασμα είναι, προφανώς, θεμελιώδους σημασίας και επιπλέον επέτρεψε στον Ερατοσθένη να προσδιορίσει την ακτίνα και το μήκος της περιφέρειάς της Γης. Πραγματικά, από το μήκος της σκιάς υπολογίζεται αμέσως η διαφορά των γεωγραφικών πλατών των δύο πόλεων, ίση περίπου με 7 μοίρες. Επειδή η απόσταση των δύο πόλεων ήταν γνωστή από αφηγήσεις βηματιστών και ίση περίπου με 800 Km (φημολογείται ότι ο Ερατοσθένης μίσθωσε βηματιστές για τη μέτρησή της), η περιφέρεια της Γης υπολογίστηκε ίση με 40000 Km.Αυτή είναι η σωστή απάντηση και ο Ερατοσθένης την έδωσε χρησιμοποιώντας ως μόνα εργαλεία ράβδους, μάτια, πόδια, μυαλό με απλότητα σκέψης και επινοητικότητα. Το λάθος στον υπολογισμό ήταν μόνο 2%, ένα πραγματικά αξιοσημείωτο επίτευγμα για περίπου πριν από 2,5 χιλιετίες. Άρα, ο Ερατοσθένης ήταν ο πρώτος άνθρωπος που μέτρησε τις διαστάσεις του πλανήτη Γη, γι' αυτό και θεωρείται δημιουργός της μαθηματικής γεωγραφίας.

Οδηγίες για την εκτέλεση του πειράματος
Ser Alexandridis
Αν θεωρήσουμε ότι ο κύκλος στο διπλανό σχήμα είναι η Γη τότε η έλλειψη στο κέντρο είναι ο ισημερινός. Στον ισημερινό αυτές τις μέρες ο Ήλιος το μεσημέρι βρίσκεται στο ζενίθ.Επομένως οι ακτίνες πέφτουν κατακόρυφα και ο Ήλιος καθρεφτίζεται στον πυθμένα ενός πηγαδιού. Η προέκταση μιας ακτίνας του είναι η ΙΚ και περνάει από το κέντρο της Γης Κ.
Έστω ότι εμείς είμαστε στη θέση Τ. Αν τοποθετήσουμε μια 
κατακόρυφη ράβδο ΤΑ=Υcm τότε αυτή το μεσημέρι (στις 12:34 μ.μ. για τις Σέρρες) έχει σκιά ΤΣ=Χcm.
Σημ. Βρείτε εδώ την ώρα που πρέπει να κάνετε τη μέτρηση σε κάθε τόπο
Υπολογίζουμε την εφαπτομένη της γωνίας ΣΑΤ από το λόγο Χ/Y και έτσι βρίσκουμε την γωνία που είναι φ μοίρες. Η γωνία φ είναι ίση με την επίκεντρη γωνία ΤΚΙΤο γεωγραφικό πλάτος της θέσης μας είναι φ μοίρες.
Παρατήρηση: Η γωνία φ είναι ίση με το γεωγραφικό πλάτος μόνο αν η μέτρηση γίνει τις μέρες της εαρινής ή φθινοπωρινής ισημερίας.

Από το google earth ή από εδώ βρίσκουμε την απόσταση ΤΙ=S. Είναι η απόσταση της θέσης μας από τον Ισημερινό.Με μια απλή αναλογία υπολογίζουμε την περίμετρο της Γης και μετά την ακτίνα της R.      

Typos1

Typos2

 

 


Κυριακή 6 Μαρτίου 2016

Εσείς έχετε πάει απόκριες στα Γιάννενα;;





Αναμετάδοση ενός εξαιρετικού άρθρου για το έθιμο της αποκριάς στα Γιάννενα
του Θοδωρή Σαμαρά


Πως γιορτάζονται οι Απόκριες στα Γιάννενα 


ΕΙΣΑΓΩΓΗ
ΟΙ ΤΖΑΜΑΛΕΣ
Τζαμάλα είναι ο ιδιότυπος συνοικιακός εορτασμός της Αποκριάς που αναβιώνει κάθε χρόνο στα Γιάννενα, με ανταγωνιστική διάθεση: οι κάτοικοι συναγωνίζονται στο ποια γειτονιά θα κάνει την καλύτερη και πιο φανταχτερή γιορτή.
Λίγο πριν να βγεί ο Χειμώνας και ενώ οι ανθισμένες μυγδαλιές και τα φουσκωμένα βλαστάρια στα μέχρι πρότεινος γυμνά δέντρα προμηνύουν τον ερχομό της ΄Ανοιξης, ο γιαννιώτικος λαός κατεβαίνει στα σταυροδρόμια και τις πλατείες όπου, με την δύση του ήλιου, ανάβει θεόρατες φωτιές, τις τζαμάλες ή τζώρεςiii , όπως τις αποκαλεί. Αυτές αποτελούν το κέντρο όλης της γιορτής. Γύρω τους θα στηθεί ένα τρικούβερτο γλέντι, με χορό, κρασί, ζεστή “φασουλάδα” και πίττες, τις πατροπαράδοτες -και γνωστές σε όλους για την νοστιμιά τους­ ηπειρώτικες πίττες. Το αποκριάτικο ξεφάντωμα με τους σκωπτικούς -σατυρικούς χορούς, τα πειράγματα και τα αστεία μεταξύ των κατοίκων, μεταμφιεσμένων και μη, κρατά ως τα ξημερώματα. Μέχρι το πρωί.
Στον Πλάτανο λοιπόν, την Καραβατιά, της οποίας η φωτιά στους καιρούς του Κρυστάλλη ήταν η αξιολογώτερηiv, στα Λακκώματα, την Κιάφα, την Λούτσα, στα Ζευγάρια, την Καλούτσιανη, τις εργατικές κατοικίες, τον Αγ. Σπυρίδωνα και το Κάστρο, από παντού σχεδόν υψώνονται φλόγες που τυλίγουν την πόλη και την παραδίδουν παρανάλωμα στην λαμπρότητα του καρναβαλιού. Απ’ ανάμεσα στις γειτονιές, όλο και κάποια φωτιά θα μείνει να καίει και την επομένη…
Το τοπίο δίχως την φωτιά
Άλλοτε, η επιθυμία να ανάψει κατά τις αποκριάτικες νύχτες όσο το δυνατό ζωηρώτερη η τζαμάλα, ωθούσε τους πιο ριψοκίνδυνους από τους γιαννιώτες και τους πλέον γλεντζέδες, να μπαίνουν στις ξένες αυλές και να κλέβουν ξύλα, ή ό,τι άλλο θα καιγόταν εύκολα στη μεγάλη φωτιά. Αυτή η συνήθεια σήμερα δεν συνεχίζεται πια. Ο Δήμος των Ιωαννιτών με παρέμβασή του, σε μια προσπάθεια να στηρίξει το έθιμο ώστε να μην σβήσει μέσα στο χρόνο, χορηγεί ο ίδιος την καύσιμη ύλη.
Σε συνεργασία με ειδικούς συλλόγους που έχουν οργανωθεί σε κάθε συνοικία, φέρνουν δυο-τρεις μέρες νωρίτερα στα κεντρικά σημεία κάθε γειτονιάς και αραδιάζουν σωρούς σωρούς τα κούτσουρα, κορμούς δέντρων και σχισμένα καυσόξυλα από τα γύρω δάση της Πίνδου.
Από το Σάββατο της Τυρινής και ενώ πλησιάζει η μεγάλη στιγμή, οι θαμμώνες των γειτονικών καφενέδων, οι επιφορτισμένοι με την επιστασία της τζαμάλας , “στήνουν” με προσοχή την στυλοειδήv πυρά:
σε έναν κύκλο διαμέτρου 3-6 μέτρων, στρώνουν ψιλή άμμο για ασφάλεια και στο κέντρο όρθιον, σηκώνουν έναν ψηλό -ως 3 και 4 μέτρα-κορμό. Γύρω του και σ’ όλη την επιφάνεια του κύκλου, σχηματίζουν έναν πυραμιδωτό κώνο με χοντρά κούτσουρα και άλλους μικρότερους κορμούς. “Πλέκονται” κατά τέτοιον τρόπο από τους έμπειρους γιαννιώτες, ώστε, στη στιγμή, να φουντώσει η πυρά και να λαμπαδιάσει ολόκληρη.
Το άναμμα
Το απόγευμα της τελευταίας Κυριακής της Αποκριάς, μετά τον εσπερινό της συγγνώμης και καθώς παίρνει να ροδίζουν πάνω από τη λίμνη οι άγριοι και σταχτιοί όγκοι της Πίνδου στα ανατολικά (τους βλέπεις αντικρυστά, αν στέκεις ψηλά, στην Καραβατιά), και ενώ αρχινά η μουσική να “κυλίσει” δυο-τρεις στροφές το τραγούδι (για το “καλό”), ρίχνει το σπίρτο ο επικεφαλής, στην πισσωμένη βάση της στυλοειδούς τζαμάλας… Και να! με τις τελευταίες αναλαμπές ενός ήλιου που δύει κι ενώ όλοι γύρω κρατούν την ανάσα τους, σε μια στιγμή γεμάτη μυστή­ριο, ξεπετάγονται οι πρώτες φλόγες να τυλίξουν τους έντεχνα “περι­πλεγμένους” κορμούς. Τα βλέμματα όλων τις παρακολουθούν, καθώς ανεβαίνουν σταθερά -κατά πως φυσάει ο άνεμος-ν’ αρπάξουν τον κορυφαίο κορμό, που προβάλλει άθικτος ακόμη στο μέσον∙ στο κέντρο. Μα, μόλις τινάσσονται ψηλά και καταφέρουν επιτέλους να τον καλύ­ψουν μες στη μανία τους, με μιας ανακουφίζονται όλων οι αναπνοές και στήνεται γύρω από την θεόρατη τζωραμπίναvi ο χορός. Τ’ άργαναviiδίνουν το σύνθημα. Το χοροστάσι δεν θα διαλυθεί πριν ο ήλιος λάμψει ξανά στον ουρανό.
Κάθε φορά που ένα νέο κούτσουρο ρίχνεται στην αδηφάγο μανία της φλόγας, σπίθες υψώνονται στον ουρανό ως το τρίτο πάτωμα γύρω των σπιτιών.
Όλα λούζονται σε άπλετο φως. Η μεγάλη φωτιά ζεσταίνει την υγρή νύχτα…
ΠΟΙΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΒΑΘΥΤΕΡΟ ΝΟΗΜΑ ΤΟΥ ΑΝΑΜΜΑΤΟΣ ΤΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ
ΑΠΟΚΡΙΑΤΙΚΩΝ ΦΩΤΙΩΝ
Γράφτηκε πως “η ιδέα και η θέα της φωτιάς στα σοκάκια και τους μαχαλάδες της παλιάς μικρής μας πόλης ζέσταινε τις καρδιές και τα κορμιά μικρών και μεγάλων, κάνοντας να αναθαρρεύουν στις εποχές και στις συνήθειές τους”viii. Κι αυτό είναι αλήθεια. Η φωτιά είναι ένα ιερό στοιχειό. Κρύβει μέσα της μεγάλη δύναμη, που μεταδίδεται σ’ όποιον έρθει σε σχέση μαζί της. Σχέση ιεροτελεστικήix .
Σ’ αυτήν ακριβώς την αρχέγονη πίστη στηρίζεται το έθιμο της φωτιάς, που πάντα στην κοινή αντίληψη του λαού θα έχει την δύναμη να αποδιώχνει το κακό. Να αποτρέπει τα “δαιμόνια”x. Να επιφέρει την “κάθαρση”.
Οι τζαμάλες είναι ένα από αυτά τα λεγόμενα καθαρτήρια, ευετηρικά έθιμα, με τα οποία επιχειρεί ο λαός να ανοίξει την νέα χρονική περίοδο, αυτήν που στην προκειμένη περίπτωση θα πάρει την σκυτάλη από τον Χειμώνα. Να την “ανοίξει” όμως, με τις καλύτερες, όσο το δυνατό, προϋποθέσεις, αυτές που θα του εξασφαλίσουν την ευτυχία, την υγεία, την μακροημέρευσηxi . Άλλωστε, το μέγεθος της φωτιάς και ο τόπος (ανάμεσα στα σπίτια, στις γειτονιές, στα σταυροδρόμια της πόλης κλπ.) όπου ανάβουν, τούτο αποδεικνύει: την καθαρτήρια και ευετηρική της δύναμη∙ ανάβουν για το καλό…
Ανάβουν και φωτίζουν στο πρόσωπο τους νυχτερινούς συμπο­σιαστές, που συγκεντρωμένοι γύρω απ’ αυτές, τραγουδούν και χορεύ­ουνxii τους κυκλικούς χορούςxiii. Μέσα στο ξέσπασμα της χαράς και του κεφιού λύεται και το άγχος της καθημερινότητας της σύγχρονης ζωής, της οποίας ο μονότονος ρυθμός φθείρει τον άνθρωπο.
Κι είναι το άναμμα μιας φωτιάς, που δίνει συγχρόνως και το σύνθημα για δράση: προκαλεί ένα σκίρτημα στην καρδιά. Όπως φουντώνουν και λαμπαδιάζουν τα πισσωμένα κούτσουρα, το ίδιο “φουντώνει” και η καρδιά του ανθρώπου και η φύση ολάκερη που ετοιμάζεται να “φέρει” την  ΄Ανοιξη.
ο
Στην Τουρκοκρατία, αντίστοιχα, η φωτιά ξυπνούσε στον λαό τον πόθο για λευτεριά. Μετέδιδε το μήνυμα της ενότητας και διατηρούσε απαραχάρακτο το αίσθημα της αδελφότητας στην κοινή συνείδησηxiv. Τό ’βλεπε ο λαός πως, όπως ανάβει με μιας η φωτιά, από ένα μόνο σπίρτο, έτσι σε μια στιγμή, θα ξέσπαγε η επανάσταση που θα έφερνε την λευτε­ριά και την ανάσταση του γένους.
Γίνεται εδώ κατανοητό, πως το πανάρχαιο έθιμο στην ροή και την διάρκεια των αιώνων ενδύεται την σύγχρονη κάθε εποχής ανάγκη. Κι είναι τότε, σαν να το “γεννά” και να απαιτεί την τέλεσή του αυτή η σύγχρονη επιταγή. Το έθιμο τελικά αναβιώνει με νέα ζέση τόσο στη συνείδηση όσο και στο εορτολόγιο του λαού.
Ο γιαννιώτικος, συγκεκριμένα, λαός που χρειάστηκε να περιμένει εκατό επιπλέον χρόνια για να αποτινάξει τον τουρκικό ζυγό, είδε τις τζαμάλες κάτω από ένα τέτοιο πρίσμα και αγκιστρώθηκε σ’ αυτές. Τον χορό μάλιστα που έσυρε γύρω τους, τον κατανόησε ως πυρρίχιο (της προετοιμασίας δηλαδή για πόλεμο).
 ο
΄Ετσι και σήμερα οι φλόγες της τζαμάλας εκτινάσσονται ψηλά και καλούν σε εγρήγορση,
Εξαγνίζοντας τον χώρο και τον χρόνο της δράσης μας.
Θερμαίνουν, γιατί ριζώνουν στο παρελθόν της φυλής μας. Και το κυριώτερο,
Συγκεντρώνουν την σκόρπια καθημερινότητά μας σε μία πανήγυρη. Στην πανήγυρη που προϋπαντίζει την Άνοιξη και την Καλή Χρονιά.
ΟΙ ΜΕΤΑΜΦΙΕΣΕΙΣ ΚΑΙ Η ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥΣ
Οι Απόκριες είναι γιορτή με αβέβαιες καταβολές που χάνονται στα βάθη των αιώνων. Τον μόνο συσχετισμό που μπορούμε ανεπιφύλακτα να προτείνουμε, είναι ότι συμπίπτει αυτή η περίοδος με επάνοδο των ψυχών των νεκρών στον απάνω κόσμοxv. Αυτή η πίστη επιβιώνει με συνέχεια, ήδη από τα αρχαία Ανθεστήρια (τα αρχαιότερα από τα Διονύσια), μέσω των ρωμαϊκών και βυζαντινών χρόνων, στα σημερινά Ψυχοσάββατα της Αποκριάς (λατρευτικές πράξεις της Εκκλησίας, με επίσκεψη στους τάφους, μοίρασμα κολλύβων για συγχώρεση κλπ.)xvi .
Οι μεταμφιέσεις αρχικά -κάτω από μια τέτοια οπτική-σκόπευαν στο να παραστήσουν αυτές ακριβώς τις ψυχές και τα “πονηρά όντα” που, επιστρέφοντας στον απάνω κόσμο, “παρενοχλούσαν” τους ζωντα-νούςxvii.
Σ’ αυτήν την υπόθεση στηρίζεται -και ερμηνεύεται-ο λατρευ­τικός ρόλος της μάσκας, με την βοήθεια της οποίας αποδίδονται στις ψυχές (των νεκρών) οι τιμές -προσφορές που τους αρμόζουν, ώστε να βρουν “αναψυχή” και να γυρίσουν στον Άδηxviii .
Ταυτόχρονα, οι γιορτές αυτές τελούνται αναμένοντας τον ερχομό της Άνοιξης, της “νέας χρονιάς” κατά την κοινή αντίληψη. Η Άνοιξη έρχεται, και τούτο το βεβαίωνε η δοξασία πως, η δύναμη η οποία “ανεβάζει” τις ψυχές επάνω στη γη, αυτή και θα κάνει τον σπόρο τον θαμμένο στα σπλάγχνα της να βλαστήσειxix. Έπρεπε, λοιπόν, ο λαός αν ήθελε να κερδίσει το παιχνίδι της ζωής, να βρεί τρόπο να εξευμενίσει τις ψυχές -πνεύματα και τους “δαίμονες” της φύσης, για να επιτύχει καλύ­τερη και πλουσιώτερη την παραγωγή στους αγρούς και τα κοπάδια του. Ο τρόπος αυτός, ήταν η μεταμφίεση - το μασκάρεμαxx .
Τα προσωπεία συνήθως που προτιμούνται (κι ολόκληρη η αμφί­εση) έχουν μορφή ζώου και είναι φτιαγμένα από δέρμα ζώων (προ­βειές)xxi. Τα έθιμα της καμήλαςxxii, της αρκούδαςxxiii ή του αράπηxxiv, που γίνονταν παλιότερα και στα Γιάννενα, ερμηνεύονται σε αυτή την προοπτική.
ο
Διαπιστώνουμε με τα παραπάνω, πως το καρναβάλι είναι ένας ανάποδος, κυριολεκτικά, κόσμος. Έρχονται τα πάνω κάτω. Και το παρατηρούμε κάθε χρονιά που αναβιώνουν τα έθιμα της Αποκριάς. Την περίοδο αυτή δεν ισχύει η καθημερινή “τάξη” των πραγμάτων που γνωρίζουμε και υπηρετούμε τον υπόλοιπο χρόνο. Κυριαρχεί η αντιστροφή όλων των κοινωνικών ρόλων και αξιών, η πλήρης απελευθέρωση και η κάλυψη με σατυρική διάθεση (που ευνοείται ακριβώς λόγω της μάσκας) κάθε εκδήλωσης του ιδιωτικού ή δημόσιου βίου (ελαττώματα του πλήθους, κοινωνικές αντιθέσεις κλπ.).
Αυτή η αντιστροφή των ρόλων δεν δημιουργεί παρεξηγήσεις, γιατί περνά έξω από τα όρια της καθημερινότητας: καρναβάλι σημαίνει τελετουργίαxxv . Το κίνητρο της μεταμόρφωσης είναι να “αλλάξω”. Να μεταμορφωθώ. Να λάβω άλλη κοινωνική ταυτότητα, έστω και για λίγο, ώστε να εξασφαλίσω με κάθε τρόπο την επιβίωσή μουxxvi .
Μέσα στο γενικότερο ενθουσιαστικό κλίμα του “ανάποδου” κόσμου, χάνουν την ισχύ τους βασικές έννοιες και αξίες του λαϊκού πολιτισμού: η ντροπή, το φιλότιμο, η λεβεντιά δεν ισχύουν στην Αποκριά. Η τιμή του άντρα δεν θίγεται πια. Η σεμνότητα στις γυναίκες γίνεται πονηριά, βωμολοχίες κλπ. Κυριαρχεί η ελευθεροστομία και το πείραγμα. Οι κανόνες συμπεριφοράς ανατρέπονται. Παρωδείται το μυστήριο του γάμου, διαλύεται ο φόβος του θανάτου με μια εύκολη “ανάσταση” -όπως αυτή παρουσιάζεται στα κατά τόπους “δρώμενα”, κοροϊδεύεται ο θρήνος, η καθαριότητα πνίγεται στα κουρέλια κλπxxvii …
Η νύφη
Το αποκριάτικο έθιμο της μεταμφίεσης του άνδρα σε γυναίκα ­νύφη που ακόμη αναβιώνει στο γιαννιώτικο καρναβάλι, ερμηνεύεται μέσα στο πλαίσιο που μόλις περιγράψαμε: σ’ αυτόν, δηλαδή, τον “ανάποδο” κόσμο της Αποκριάς. Πρόκειται για πανάρχαιο έθιμοxxviii . Εμφανίζεται τόσο κατά την αρχαιότητα (στα Ανθεστήρια, κατ’ αγρούς Διονύσια, στους τραγικούς θιάσους κτλ)xxix , όσο και στα βυζαντινά χρόνιαxxx παρά τις απαγορεύσεις της Εκκλησίας που το θεώρησε έργο δαιμονικόxxxi .
Σ’ αυτόν τον τύπο ανήκουν διάφορα δρώμενα, με σταθερό σχεδόν το μοτίβο -τρίγωνο: γαμπρόςxxxii, αράπηςxxxiii, νύφηxxxiv και αναπαριστούν συνηθέστερα έναν γάμο. Πρωτεύει κι εδώ το σατυρικό στοιχείο γύρω από την καθημερινή ζωή του γάμουxxxv. `Εχει όμως διάφορες κατά τόπους παραλλαγές (Δερβίτσανι, Ζαγόρι κτλ.) όταν, στο αρχετυπικό τρίγωνο, προστίθενται άλλοι τύποι της κοινωνικής ή οικογενιακής ζωής: η πεθερά, οι φίλοι, ο γιατρός, ο παπάς, ο Αλής κτλxxxvi .
Οι κουδουνάτοι
Οι μεταμφιεσμένοι και όλος ο κόσμος που συμμετέχει στο γιαννιώτικο καρναβάλι, πηγαινοέρχονται συνεχώς από την μια συνοικία στην άλλη. Από την μια φωτιά στην άλλη. Το ίδιο γινόταν και στην αρχαία εποχή, στα κατ’ αγρούς Διονύσια, οπότε ο σχετικός θίασος γυρνούσε στις συνοικίες και οι ηθοποιοί πείραζαν τους περαστικούς που απαντούσαν στο δρόμο τουςxxxvii .
Ανάμεσα στο πλήθος, ακούγονται έντονοι κουδουνισμοί. Ορι­σμένοι από τους μασκαρεμένους, φορώντας μαύρες προβειές και μαύρη μάσκα, φέρουν στη ζώνη τους μια σειρά από κουδούνια (κυπριά, καμπανέλες κτλ.xxxviii) που προσθέτουν τον δικό τους χαρακτηριστικό ήχο μέσα στο πανηγύρι.
Η χρήση των κουδουνιών δεν είναι τυχαία. ΄Εχουν συγκεκριμένη λειτουργία να επιτελέσουν. Ανεξάρτητα από τον τρόπο και τα υλικά της κατασκευής τους (συνήθως γίνονται από χώμα και τσίγκο ή χαλκό), λόγω του θορύβου που παράγουν, αποτρέπουν τα κακά πνεύματα και παρέχουν κάποια “μαγική” προστασία σ’ αυτόν που τα φέρει. Είναι ένα είδος φυλαχτού, συγχρόνως όμως, ξυπνούν και την βλάστηση από τον χειμερινό λήθαργο. Πρόκειται ακριβώς, για το θορυβώδες “ξύπνημα”xxxix της φύσης.
Όταν από τα 4-5 κουδούνια που κρέμονται από την ζώνη στην περιοχή μπροστά της οσφύος, προέχει ένα, το μεγαλύτερο, τότε φαίνεται πως έχει καθαρά φαλλική σημασίαxl και χρησιμοποιείται γι’ αυτόν τον λόγο. Αποκτά, δηλαδή, γονιμική σημασία.
ΤΟ ΞΕΦΑΝΤΩΜΑ ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΗ ΦΩΤΙΑ
Ο χορός

 Τζαμάλα στη γειτονιά της Λούτσας
Γύρω από την παραδοσιακή τζαμάλα κι ενώ ρέει άφθονο στο μεταξύ το κρασί, ο γιαννιώτικος λαός πιάνει το τραγούδι και στρώνει τον χορό μέχρι τα ξημερώματαxli. Φημίζεται άλλωστε για γλεντζές. Κι αυτή του τη φήμη φροντίζει πάντοτε να καλλιεργεί. Είναι μια έκφραση ζωής.
Άλλοτε με τ’ άργανα (λαούτο, ντέφι, βιολί) και το γαϊτανάκι, σήμερα με την κιθάρα, το κλαρίνο, το ντέφι, κι ίσως το τουμπελέκι, χορεύουν τα αποκριάτικα σκωπτικά τραγούδια με τις επιδεικτικά άσεμνες κινήσεις - βηματισμούςxlii .
Συνηθέστερα χορεύεται ο πανελλήνια γνωστός χορός του πιπεριού: “πως το τρίβουν το πιπέρι, του διαβόλου οι καλογέροι…”, όπου τις κινήσεις του αρχηγού μιμούνται οι υπόλοιποι χορευτές. Πρόκειται για παντομιμικά -φαλλικά δρώμενα,xliii στα οποία η στάση του σώματος, τα βαδίσματα και τα πηδήματα παριστάνουν από την μιά την διέλευση των πνευμάτων, και από την άλλη με τους θορύβους που ξεσηκώνουν, προκαλούν -για μιαν ακόμη φορά-την φύση να ξυπνήσει από τον χειμερινό της λήθαργοxliv .
Τελείται και ο χορός με το αυγό, που δοκιμάζει ο καθένας να το πιάσει στο στόμα του. Αυτή η πράξη συμβολίζει την νηστεία που κλείνει το στόμα για την περίοδο της Σαρακοστής, μέχρι να ’ρθεί η Λαμπρή, οπότε με αυγό πάλι θα ξανανοίξειxlv .
ο
Για την δική του εποχή, ο Κρυστάλλης, αναφέρει ως αξιοπεριερ­γότερο, τον σκωπτικό χορό: “πέρασ’  από την Καρυά, είδα πόσπερναν κουκιά…” όπου με επιδεικτικές κινήσεις σατυρίζεται το πώς έσπερναν οι Καρυώ­τες και πώς πότιζαν, σκάλιζαν, μάζωναν, σάκκιαζαν και φόρτωναν τα κουκιά των…Ο ίδιος αναφέρει και τον ιδιόρρυθμο χορό των Καραμπέ­ρηδων, γύρω από μια πήλινη κανάτα γεμάτη με κρασί (“πλόσκα”ή “μπότι”), που παρέμενε καθ’ όλη την διάρκεια του χορού στο έδαφοςxlvi , αδειάζοντάς την τελικά στο στόμα τους οι ίδιοι, που το δικαιούνταν άλλωστε.
ο
Εκτός από τους αποκριάτικους χορούς, οι γιαννιώτες δεν παύουν να χορεύουν, όπως και πάντοτε χόρευαν, τους κυκλικούς ενθουσιαστι­κούς δημοτικούς μας χορούς, τον συρτό, τον τσάμικο κλπ. με όλες εκείνες τις λεβέντικες φιγούρες τους. Οι εναγκαλισμοί που τους συνοδεύουν δείχνουν το δέσιμο της ψυχής, την ενότητα δηλαδή και αδελφοποίηση αυτών που τους χορεύουν (στην τουρκοκρατία, μυστικά, δηλωνόταν η διαφορά από τους Τούρκους αν και παρασυρόμενοι, κάποτε - κάποτε, λάμβαναν κι αυτοί μέρος)xlvii .
Γύρω από την ολονύκτια φωτιά προσφέρεται κοινό τραπέζι με ζεστή φασολάδα, κρασί και πίττες για όλους τους παρευρισκόμενους.
Το κοινό τραπέζι - Πίττες

Τζαμάλα στη γειτονιά της Λούτσας 
το φαγητό ετοιμάζεται
Για τους γιαννιώτες οι Απόκριες ήταν πάντοτε γιορτές χαράς και καλοφαγίαςxlviii .
Την νύχτα γύρω από τις τζαμάλες και ενώ συνεχίζονται οι χοροί προσφέρονται με το κρασί, όπως είπαμε, εκτός από την φασουλάδα και οι παραδοσιακές ηπειρώτικες πίττες. Αυτές διακρίνονται σε πωγωνίσιες, ζαγορίσιες, τσάμικες, που είναι παχιές με αυγά πολλά, τυριά πολλά, κτλ.
Ανάμεσα στις ζυμαρόπιττες αυτές, συνηθίζονται οι εξής τρείς, που έχουν ιδιαίτερη σημασία για τους βοσκούς στα γύρω βουνά:
ο η γαλατόπιττα, που την φτιάχνουν για νά ’ναι τα πρόβατα “καλο­γάλαρα”,
ο η τυρόπιττα, για νά ’ναι “άφθονα και πετυχημένα τα τυριά τους”, και
ο η χορτόπιττα, ζυμωμένη με πολλές παπαρούνες, για να γίνεται με το ψήσιμο κατάμαυρη και έτσι να “γεννηθούν όλα τα αρνιά” κατά πως συμφέρει το κοπάδι. `Αλλωστε σώζεται η μαρτυρία του Αθήναιουxlix: “γίνεται δε μέλαν δια την μήκωνα”, που συνιστά το λιγότερο μίαν συνέχεια στην παρασκευή αυτών των πιττών από τα αρχαία χρόνια μέχρι σήμεραl.
Γίνεται, λοιπόν, κι εδώ φανερός, ο ευετηρικός -γονιμικός σκοπός που έχει η κάθε μία πίττα, λόγος που επιτρέπει στους λαογράφους να τις κατατάσσουν δίπλα στις πανάρχαιες ιερές πίττες -πέμματα του εορτα­στικού ημερολογίου. Και σ’ αυτό ακριβώς το σημείο διαπιστώνεται για μια ακόμη φορά η πανάρχαια παράδοση που ακόμη παραμένει ζωντανή στην συνείδηση αυτού του λαού. Η Αικ. Κακούρη παραδίδει στην εργασία τηςli μια εικόνα, από πήλινο ομοίωμα ιερών πεμμάτων, του 7ου αι. π.Χ., που βρέθηκε στο Ηραίο της Περαχώρας, το οποίο φέρει επάνω του χαραγμένα σχέδια γεωμετρικού ρυθμού. Πραγματικά, τα σχέδια αυτά, θυμίζουν τις πίττες που περιγράφει στην εργασία της η αξιόλογη αυτή ερευνήτρια, πόσο μάλλον, την γνωστή σε όλους μας λαγάνα (την πιο απλή, δηλαδή, ζυμαρόπιττα), την διάτρητη σε “λακκάκια” που κάνει με το χέρι της η φουρνάρισσα πριν την ψήσει στον φούρνοlii .
Οινοποσία
  “του κρασί σ’, κυρ’ Αλιεύ  ίφιρι μιγάλου κέφ’ …”liii
Καθ’ όλη τη διάρκεια της νύχτας, γύρω από τη μεγάλη φωτιά μασκαρεμένοι και μη, κερνούν και πίνουν κρασίliv. Μ’ αυτόν τον τρόπο -κι εδώ κρύβεται όλο το νόημα της πράξης αυτής-προσκαλούν ο ένας (αυτός που το κερνά) τον άλλο (αυτόν που το δέχεται) στην μεγάλη γιορτή. Άλλωστε η προσφορά οίνου είναι μία πράξη σφραγισμένη από την αίσθηση του ιερού.
Βέβαια η οινοποσία δέχεται και δεύτερη ερμηνεία: τον καιρό των Απόκρεω έχει πλέον ολοκληρωθεί η τελική ζύμωση του μούστου και ανοίγονται τα βαρέλια προς μεγάλη χαρά όλων εκείνων που θέλουν να δοκιμάσουν και να γιορτάσουν για το νέο κρασίlv .
Οι κρασοπότες, λοιπόν, και διάφοροι άλλοι τύποι μερακλήδες, έβρισκαν και βρίσκουν για μια ακόμη φορά την ευκαιρία, τούτες τις νύχτες, να γυρνούν απ’ όλες τις φωτιές, σ’ όλες τις συνοικίες, πίνοντας μεγάλες ποσότητες κρασιού μέχρι να μεθήσουν. Στον Κώστα Κρυστάλλη διαβάζουμε πως οι πιο δυνατοί, βαστούσαν μεθυσμένοι ως του Λαζάρου κι ακόμη παραπέρα… ως τη Λαμπρήlvi .
ΤΖΑΜΑΛΕΣ - ΜΙΑ ΔΙΟΝΥΣΙΑΚΗ ΣΚΗΝΗ… ΑΠΟ ΑΡΧΑΙΟ ΑΓΓΕΙΟ
 οι παραστάσεις από τον αρχαίο στάμνο του ζωγράφου Δίνου
Στο τέλος της σελίδας βρίσκονται οι φωτογραφίες σε μεγέθυνση
Οι λαογράφοι, Έλληνες και ξένοι, συμφωνούν ότι πολλά από τα έθιμά μας έχουν αρχαία προέλευση. Και το έθιμο της τζαμάλας δείχνει να είναι πραγματικά πολύ παλιό.
Η συγκέντρωση του λαού γύρω από την υπερβολικά μεγάλη αυτή φωτιά -που δεν μπορεί να την πηδήσει κανείς, ούτε καν σβησμένη- και το ολονύκτιο ξεφάντωμα με το κρασί και τον χορό γύρω της, ενώ δεν έχει “βγεί” ακόμη ο Χειμώνας, κινεί τις υποψίες...lvii
Ο Γ. Μέγας, αναφερόμενος στις αποκριάτικες φωτιές, περιγράφει το στήσιμο εκείνης που ανάβουν στο -γειτονικό προς την Ήπειρο­Βογατσικό της Καστοριάς. Εκεί, γράφει, “στήνουν ένα δένδρο, τον νούρο, φουντωτό εις την κορυφήν, και το περικαλύπτουν με κέδρα (μια σειρά κλαδιά και ένα στρώμα από άχυρα, για να κάμουν κρότο κατά το άναμμα) και τραγουδούν… “ένας δέντρος φουντουτός, φουντουτός καμαρουτός και στη μέση ου σταυρός”…”lviii .
Το δέντρο αυτό, ο νούρος, με τα κλαδιά ψηλά στην κορυφή και χαμηλά γύρω από τη βάση, αντιστοιχεί απόλυτα στον κεντρικό στύλο (με τα κούτσουρα ολόγυρα) της αναλογικά ογκοδέστερης, μα πάντοτε στυλοειδούςlix γιαννιώτικης τζαμάλας.
Παράλληλα, ο νούρος απεικονίζεται κατά την γνώμη μας, και στην στάμνο του αρχαίου ζωγράφου Δίνου (420-410 π.Χ.) που φυλάσσεται στο Εθνικό Μουσείο της Νάπολης (Ιταλία). Εδώ, την κεντρική θέση της εικονιζόμενης παράστασης καταλαμβάνει ένας κορμός δέντρου, με κλαδιά τόσο στην κορυφή όσο και στη βάση, μα ντυμένος επιπλέον με έναν απλό χιτώνα και μια μάσκα γενειοφόρου.
Με βάση την άποψη των ερμηνευτών της παράστασης, στη στάμνο αυτή, απεικονίζεται ένα είδωλο του Διονύσου, του θεού του κρασιού. Γύρω από τον κορμό -είδωλο υπάρχουν μαινάδες (προτυπώνοντας, αλήθεια, το σύγχρονο αποκριάτικο ξεφάντωμα γύρω από την γιαννιώτικη τζαμάλα;), οι οποίες αποδίδουν τιμές -προσφορές στον θεό, αντλούν κρασί από τις στάμνες μπροστά του, ή κτυπούν τύμπανο και κρατούν δάδες, πυρσούς κλ. Πιστεύεται ότι η σύνθεση αναπαριστά σκηνή από τις αρχαίες διανυσιακές γιορτές, τα Λήναια ή τα Ανθεστήρια. Και ασφαλώς: “συμβάλλει στην κατανόηση της φύσης του Διονύσου και την ταύτιση της αρχικής λατρείας του, με δενδρολατρεία”lx .
Αν και δεν γνωρίζουμε το κατά πόσο με τις δάδες αυτές, οι μαινάδες, πυροδοτούσαν στο τέλος το είδωλο -κορμό, ωστόσο η αντι­στοιχία με την σύγχρονη τζαμάλα είναι εκπληκτική, για δύο λόγους: τόσο για τον τρόπο που στήνεται ο κορμός, αν και σήμερα δεν απεικονίζεται πια ο θεός -είδωλο στον κεντρικό στύλο, όσο και το ξεφάντωμα που πανηγυρίζεται γύρω του, το οποίο πάντοτε γίνεται με οινοποσία, όργανα, χορό κτλlxi .
Είχε δίκιο, λοιπόν, ο σουηδός λαογράφος M. Nilsson να πιστεύει ότι, αν ήταν παρών ένας αρχαίος Έλληνας σε ένα σύγχρονο πανηγύρι, θα αισθανόταν “σαν στο σπίτι του”lxii .
ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΛΕΞΗΣ “ΤΖΑΜΑΛΑ”
Η λέξη τζαμάλα (καθώς και η: τζώρα και: τζωρα-μπίνα) παραμένει ανερμήνευτη στο στόμα του γιαννιώτικου λαού. Άλλοι την θέλουν αρβανίτικη και άλλοι τουρκική.
Το σίγουρο είναι πως στην Θράκη υπήρχε το έθιμο της Τζαμάλας ­Καμήλας, ένα “δρώμενο” που περιγράφει και ο ποιητής Γ. Βιζυηνός κατά τα τέλη του 19ου αιώνα. Ο λαογράφος Πούχνερ πιστεύει πως από εκείνο το έθιμο προήλθε η ονομασία τζαμάλα (από την αραβική που σημαίνει την καμήλα), η οποία μέσω μετωνυμίας παραδόθηκε και σε άλλα φαινόμενα του καρναβαλιούlxiii .
Βέβαια, ο ίδιος χαρακτηρίζει με αυτή την λέξη, όχι τις μεγάλες γιαννιώτικες φωτιές, αλλά τους αποκριάτικους αγερμούς που γίνονταν στα Γιάννενα για το μάζεμα των ξύλωνlxiv, τα οποία έκαιγαν σ’ αυτές τις φωτιές: Πραγματικά, ερμηνεύεται ως καμήλα η τζαμάλα, αν φανταστεί κανείς τον τρόπο με τον οποίο θα χτυπούσαν άλλοτε τα παιδιά τις πόρτες και θά ’μπαιναν στις αυλές των σπιτιών για να “κλέψουν”, είτε να πάρουν τα ξύλα, τραγουδώντας το:
“Ξύλα για… ξύλα για τ’ς απουκριές να χορέψουν οι γριές…” το οποίο ακόμη θυμούνται και χορεύουν οι γιαννιώτες.
Ωστόσο, στα ηπειρωτικά λεξιλόγια που κατέγραψαν τους ιδιωμα­τισμούς αυτού του λαού, η λέξη καταχωρείται ως συνώνυμη όχι του αγερμού, αλλά της ίδιας της φωτιάς. Ιδιαίτερα, σημαίνει την μεγάλη φωτιά, την μεγάλη φλόγα, την ζωηρή πυράlxv .
Συγχρόνως να αναφέρουμε εδώ πως, ο γιαννιώτης, τζώρα αποκα­λεί τον χοντροκέφαλο, τον κουτό. Και η λέξη τζαμάλα, συνειρμικά συγγενεύει με τη δαμάλα (λέξη αρχ. ελληνική), δηλαδή την χοντρο­καμωμένηlxvi .
Στα μάτια ενός σύγχρονου παρατηρητή, τα επίθετα αυτά δεν είναι διόλου άτοπα. Κάθε μια από αυτές τις συνοικιακές φωτιές, που καίνε τόσο πολλά και χοντρά κούτσουρα, είναι και τζώρα -χοντρο-κέφαλη και δαμάλα -χοντροκαμωμένη!!! Πρόκειται για κούτσουρα με τέτοιες συνήθως διαστάσεις, που τα σηκώνουν δυο-δυο οι άντρες να τα ρίξουν στη φωτιά…
Αυτά τα ονόματα υπερίσχυσαν στην `Ηπειρο, αντί των: φανοί, κλαδάρες, μπουμπούνες, όπως αποκαλεί τις μεγάλες αυτές ευετηρικές φωτιές αλλού ο λαόςlxvii .
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Το σβήσιμο της φωτιάς - Οι λαγάνες
Είναι πια Καθαροδευτέρα. Οι φούρνοι όση ώρα εξελίσσεται το αποκριάτικο ξεφάντωμα εργάζονται πυρετωδώς για να βγάλουν ζεστή την νηστίσιμη λαγάνα.
Στα Γιάννενα διατηρούνται ακόμη πολλοί από τους παλιούς φούρνους με ξύλα. Από νωρίς έχει αφεθεί στις πινακωτές να φουσκώσει η ζύμη. Το τελικό πλάσιμο δίνει η φουρνάρισσα με δυο-τρεις κοφτές κινήσεις. Κάνει τις απαραίτητες τρύπες με τα δάχτυλά της (οι οποίες θυμίζουν τις αρχαίες ζυμαρόπιττες που προαναφέραμεlxviii). Τις αρπάζει με την σειρά του ο φούρναρης, τις βρέχει με λίγο νερό, και τις φουρνίζει στον πέτρινο φούρνο που έχει ήδη “μπουμπουνίσει”. Οι λαγάνες βγαίνουν αχνιστές προτού χαράξει και καταβροχθίζονται στη στιγμή…
Η φωτιά σιγά -σιγά έχει κάψει και τα τελευταία κούτσουρα. Μια εδώ, μια εκεί, οι μικρές γλωσσίτσες της φανερώνουν πως ετοιμάζεται πια να σβήσει. Μείναν λίγα κάρβουνα και η στάχτη. Όλος ο κύκλος της εστίας γέμισε από στάχτη. Στάχτη πολλή…
Με τις πρώτες αχτίδες της αυγής, κάποιοι που απόμειναν να τριγυρνούν μεθυσμένοι, γέρνουν να αποκοιμηθούν επιτόπου. Η μύτη ψηλά του μιναρέ, από το Ασλάν Τζαμί, σχίζει τον χαραγμένο ουρανό πάνω από την γαληνεμένη λίμνη. Φώτισε… κι η εικόνα της τζιαμάλας δεν φεύγει απ’ το μυαλό.
Ο ποιητής θα ψάλλει:
                    Πως μου θαμπώνεται τον νου 
                    
Πανάρχαια μεγαλεία
                    Φεγγοβολιές οράματα και
                                         βιβλική μαγεία lxix .
  Τα τελευταία χρόνια πληθαίνουν όλο και περισσότερο οι τζαμάλες  στις γειτονιές των Ιωαννίνων. Μέχρι και στις αυλές των σχολείων ανάβουν τις δικές τους φωτιές οι μαθητέςlxx .

Για περισσότερες πληροφορίες: Πηγή

Τρίτη 1 Μαρτίου 2016

Καλή άνοιξη........

Καλό μήνα και καλή άνοιξη!!


Να κριθεί κάθε Άνοιξη από τη χαρά της
από το χρώμα του το κάθε λουλούδι
από το χάδι του το κάθε χέρι 
απ' τ' ανατρίχιασμα του το κάθε φιλί.
Μίλτος Σαχτούρης



Google images 
You tube


Κυριακή 21 Φεβρουαρίου 2016

Απελευθέρωση των Ιωαννίνων: 21 Φεβρουαρίου 1913

Στις, 21 Φεβρουαρίου, του 1913, ο ελληνικός Στρατός,μετά από σκληρές μάχες που κράτησαν πάνω από τέσσερις μήνες συνολικά, κυριεύει το οχυρωμένο Μπιζάνι και απελευθερώνει τα Γιάννενα από τους Τούρκους, που είχαν ήδη κλείσει πάνω από 480 χρόνια σκλαβιάς...
Picture
Ο Εσάτ Πασάς αναζητά όλο τη νύχτα το στρατηγείο του διαδόχου Κωνσταντίνου για να παραδοθεί. Οι αιχμάλωτοι φτάνουν τους 30.000.
Τα προηγηθέντα της μάχης του Μπιζανίου 

Μετά την ταπεινωτική ήττα της Ελλάδας στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, η επανάσταση του Στρατιωτικού Συνδέσμου στο Γουδί το 1909 και η ανάληψη της πρωθυπουργίας από τονΕλευθέριο Βενιζέλο τον επόμενο χρόνο θεμελίωσαν τον αστικό μετασχηματισμό της χώρας και την ώθησαν στα πρώτα βήματα προς τη δημιουργία ενός σύγχρονου κράτους, σύμφωνα με τα πρότυπα των δημοκρατιών δυτικού τύπου. Την ίδια εποχή περίπου στην Τουρκία ηεπανάσταση των Νεοτούρκων έδινε υποσχέσεις στα υπόδουλα ακόμη τμήματα των Βαλκανίων για περισσότερο ελαστική διακυβέρνηση εκ μέρους της Πύλης. Γρήγορα όμως οι ελπίδες διαψεύσθηκαν και οι επαγγελίες για ισονομία όλων των πολιτών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ξεχάστηκαν. Ο σοβινισμός των Νεοτούρκων εκφράστηκε με τη μεγαλύτερη καταπίεση των χριστιανικών πληθυσμών.

Μία από τις προτεραιότητες του Βενιζέλου ήταν η διοργάνωση και ο εξοπλισμός του στρατού. Γι' αυτόν τον λόγο στις αρχές της πρωθυπουργικής του θητείας ο Βενιζέλος προσπάθησε να αποφύγει οποιαδήποτε ένταση με την Τουρκία ώστε να μη διακινδυνεύσει ένα δεύτερο 1897. Αυτός ήταν ο λόγος που, με την εφεκτική στάση του στο πρόβλημα της Κρήτης, δυσαρέστησε τους συμπατριώτες του. Εξάλλου ο διορατικός πολιτικός καταλάβαινε ότι, παρά την παρελκυστική τακτική της ανεξάρτητης πλέον Βουλγαρίας, ο μόνος δρόμος για τη διεκδίκηση των εδαφών των αλυτρώτων αδελφών μας ήταν η σύναψη συμμαχιών με τα γειτονικά μας βαλκανικά κράτη. Σε αυτό βοήθησε και η Ρωσία - για την εξυπηρέτηση των δικών της συμφερόντων φυσικά -, η οποία έπεισε τη Βουλγαρία να συνάψει συνθήκη φιλίας και συμμαχίας με τη Σερβία. Αντίθετα οι διαπραγματεύσεις ανάμεσα στην Ελλάδα και στη Βουλγαρία αντιμετώπιζαν σοβαρές δυσχέρειες επειδή η Βουλγαρία είχε υπερβολικές απαιτήσεις για τα εδάφη της Μακεδονίας και της Θράκης, σε περίπτωση όπου αυτά θα απελευθερώνονταν από τον οθωμανικό ζυγό.

Σύμμαχοι κατ' ανάγκην

Παρ' όλα αυτά ο Βενιζέλος ήταν αποφασισμένος να βάλει την Ελλάδα στο παιχνίδι σε περίπτωση που ο Μεγάλος Ασθενής (χαρακτηρισμός της παρακμάζουσας Οθωμανικής Αυτοκρατορίας) εξαναγκαζόταν να εγκαταλείψει τις ευρωπαϊκές κτήσεις του. Γι' αυτό τον Μάιο του 1912, στη Σόφια, η Ελλάδα υπέγραψε αμυντική συνθήκη με τη Βουλγαρία, στην οποία δεν γινόταν καμία απολύτως μνεία για την τύχη των εδαφών που θα απελευθερώνονταν σε περίπτωση νικηφόρου πόλεμου εναντίον της Τουρκίας. Μερικούς μήνες αργότερα, τονΟκτώβριο του 1912, η Ελλάδα και η Βουλγαρία υπέγραψαν και στρατιωτική συμφωνία με την οποία, σε περίπτωση βουλγαροτουρκικού πολέμου, η Ελλάδα αναλάμβανε την υποχρέωση να βοηθήσει τη Βουλγαρία με 120.000 στρατό και όλη τη δύναμη του στόλου της, ενώ σε έναν ελληνοτουρκικό πόλεμο η Βουλγαρία θα βοηθούσε την Ελλάδα με 300.000 στρατό. Τον ίδιο μήνα η Σερβία συμμάχησε με το Μαυροβούνιο. H Ελλάδα δεν υπέγραψε συνθήκη με τη Σερβία αλλά, όταν ξέσπασε ο πόλεμος, οι δύο χώρες αποφάσισαν να στείλουν αντιπροσώπους στο στρατιωτικό επιτελείο η μία της άλλης για τον συντονισμό των επιχειρήσεων.

Ετσι, παρ' όλο που δεν είχε υπογραφεί κοινό αμυντικό σύμφωνο, η Ελλάδα, η Σερβία, η Βουλγαρία και το Μαυροβούνιο βρέθηκαν σύμμαχοι εναντίον της Τουρκίας. Με τον τρόπο αυτό δημιουργήθηκε μια σημαντική στρατιωτική δύναμη που, όπως ήταν φυσικό, ανησύχησε τις Μεγάλες Δυνάμεις, οι οποίες δεν ήθελαν να λαμβάνονται αποφάσεις ερήμην τους. Οταν, λόγου χάρη, ο πρωθυπουργός της Γαλλίας Ρεμόν Πουανκαρέ πληροφορήθηκε από τον τσάρο της Ρωσίας Νικόλαο B' τη σερβοβουλγαρική συνθήκη την ονόμασε «όργανο πολέμου». Επίσης η Αυστροουγγαρία, αφού είχε αποσπάσει από την Οθωμανική Αυτοκρατορία και προσαρτήσει στην επικράτειά της τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, προσπαθούσε τώρα να διατηρήσει το status quo στα Βαλκάνια πιέζοντας απλώς την Πύλη να εφαρμόσει μεταρρυθμίσεις υπέρ των χριστιανικών πληθυσμών της ευρωπαϊκής Τουρκίας. Και ενώ στο τέλος Σεπτεμβρίου του 1912οι Μεγάλες Δυνάμεις έκαναν κοινό διάβημα σε Αθήνα, Σόφια, Βελιγράδι και Κετίγκη(Μαυροβούνιο) με την προειδοποίηση ότι δεν θα επέτρεπαν την παραμικρή εδαφική μεταβολή στον βαλκανικό χώρο, οι τέσσερις σύμμαχοι περίμεναν την ευκαιρία να επιτεθούν στην εξασθενημένη από τον ιταλοτουρκικό πόλεμο (1911-1912) Τουρκία.

A' Βαλκανικός Πόλεμος
Picture
Την ευκαιρία για επίθεση εναντίον της Τουρκίας τη βρήκε το Μαυροβούνιο εξαιτίας της άρνησης της Τουρκίας να διευθετηθούν οι μεταξύ τους συνοριακές διαφορές. Το Μαυροβούνιο κήρυξε τον πόλεμο στην Τουρκία στις 25 Σεπτεμβρίου 1912. Λίγες ημέρες νωρίτερα η Βουλγαρία είχε ειδοποιήσει την Ελλάδα ότι η Τουρκία συγκεντρώνει στρατό στα μεταξύ τους σύνορα και ότι από κοινού με τη Σερβία είχαν αποφασίσει να επιτεθούν εναντίον της Τουρκίας και καλούσε την Ελλάδα να τιμήσει τη στρατιωτική τους συμφωνία. H Ελλάδα συμφώνησε και στις 30 Σεπτεμβρίου οι πρεσβευτές της Ελλάδας, της Βουλγαρίας και της Σερβίας στην Κωνσταντινούπολη επέδωσαν κοινό τελεσίγραφο στην Πύλη με το οποίο απαιτούσαν, πέρα από την άμεση ανάκληση των τουρκικών στρατιωτικών δυνάμεων από τις παραμεθόριες περιοχές, και ένα σωρό άλλες ρυθμίσεις και μεταρρυθμίσεις όπως: την επικύρωσης της εθνικής αυτονομίας των εθνοτήτων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και την αναλογική τους αντιπροσώπευση στο τουρκικό κοινοβούλιο, την αναγνώριση των χριστιανικών σχολείων ως ισοτίμων των μουσουλμανικών, τον διορισμό χριστιανών σε δημόσιες θέσεις κτλ.

Οπως ήταν αναμενόμενο, η Πύλη χαρακτήρισε το τελεσίγραφο «θρασεία απόπειρα επέμβασης στις εσωτερικές υποθέσεις της Αυτοκρατορίας» και άρα «ανάξιο απαντήσεως». Ετσι οι τρεις χώρες, ακολουθώντας το παράδειγμα του Μαυροβουνίου, κήρυξαν και αυτές τον πόλεμο στην Τουρκία (4 Οκτωβρίου 1912).

H μάχη του Σαρανταπόρου
Picture
H Ελλάδα συμμετείχε στον πόλεμο με 100.000 άνδρεςκαι όλον της τον στόλο. H Βουλγαρία με 270.000 στρατό, η Σερβία με 200.000 και το Μαυροβούνιο με33.000. H ελληνική δύναμη χωρίστηκε στον Στρατό της Θεσσαλίας και στον Στρατό της Ηπείρου. Με αρχιστράτηγο τον διάδοχο Κωνσταντίνο οι επιχειρήσεις άρχισαν από τη Θεσσαλία το πρωί της5ης Οκτωβρίου 1912. Οι Τούρκοι είχαν οργανώσει την αμυντική τους γραμμή στα υψώματα βόρεια τηςΕλασσόνας αλλά ο ελληνικός στρατός τούς ανάγκασε να υποχωρήσουν προς τα στενά του Σαρανταπόρου. Τα στενά αυτά, τα οποία από μόνα τους είναι απόρθητο φρούριο, οι Τούρκοι, με τη βοήθεια γερμανών αξιωματικών, τα είχαν οχυρώσει υποδειγματικά. Στα βορειοανατολικά του χωριού Σαραντάπορο, το ύψωμα Σκοπιά έλεγχε όλη την περιοχή από τον ποταμό Σαραντάπορο ως τον δρόμο Ελασσόνας - Σερβίων, στα δυτικά. Στη φυσική οχύρωση των στενών συνέβαλλαν τα υψώματα νοτιοδυτικά της Σκοπιάς και η δύσβατη περιοχή στα βόρεια του χωριού Σαραντάπορο. H προσέγγιση της περιοχής μπορούσε να γίνει μόνο μέσα από εξαιρετικά δύσβατες ορεινές διαβάσεις.

Το σχέδιο των Τούρκων ήταν να κρατήσουν σταθερή άμυνα ώστε να εμποδίσουν την προέλαση των Ελλήνων προς τα βόρεια. Το πρωί της 9ης Οκτωβρίου ο ελληνικός στρατός εξαπέλυσε επίθεση κατά μέτωπον. H προέλαση των μεραρχιών του κέντρου (1η, 2α και 3η) έγινε με δύο συντάγματα από κάθε μεραρχία. Πλησιάζοντας σε απόσταση 1.000 μέτρων, οι Ελληνες δέχθηκαν καταιγισμό εχθρικών πυρών αλλά, παρά τις σοβαρές απώλειες, συνέχισαν την προέλασή τους. Παράλληλα η 4η και η 5η Μεραρχία κινήθηκαν από τα πλάγια. H 5η επιτέθηκε ανοίγοντας δρόμο προς τις τοποθεσίες Λαζανάδες και Βογγόπετρα και η 4η προχώρησε προς τα Σέρβια, ούτως ώστε να βγει στα νώτα του εχθρού. Τα αποτελέσματα της πρώτης ημέρας της μάχης ήταν μάλλον δυσμενή για τον ελληνικό στρατό. Οι απώλειες ήταν μεγάλες, ο καιρός άσχημος, το έδαφος δύσβατο, το ηθικό των ανδρών μάλλον καταβεβλημένο.

Για την επομένη τα ξημερώματα το Γενικό Στρατηγείο είχε προγραμματίσει οι τρεις μεραρχίες του κέντρου να συνεχίσουν την προσπάθειά τους να καταλάβουν τις θέσεις των Τούρκων αλλά, ενώ όλα ήταν έτοιμα για την επίθεση, στα γύρω υψώματα βασίλευε απόλυτη ησυχία. Οι Τούρκοι κατά τη διάρκεια της νύχτας, αντιλαμβανόμενοι την πρόθεση της 4ης Μεραρχίας να τους κυκλώσει, προτίμησαν να υποχωρήσουν προς τα Σέρβια αλλά εκεί τους περίμενε η 4η Μεραρχία, η οποία τους αιφνιδίασε και οι Τούρκοι τράπηκαν σε φυγή αφήνοντας πίσω τους 22 πυροβόλα και άφθονο πολεμικό υλικό. Στη συνέχεια ο Ελληνικός Στρατός προωθήθηκε προς τον Αλιάκμονα ενώ το απόγευμα της 12ης Οκτωβρίου ένα τμήμα της ταξιαρχίας ιππικού απελευθέρωσε την Κοζάνη.

H γρήγορη και νικηφόρα έκβαση της μάχης του Σαρανταπόρου τόνωσε το ηθικό του στρατού και άνοιξε τον δρόμο για την απελευθέρωση της Μακεδονίας. Ωστόσο οι απώλειες σε έμψυχο υλικό ήταν βαριές: 182 νεκροί και 995 τραυματίες.

Αγώνας και δρόμος για τη Θεσσαλονίκη


Υστερα από αυτή την εντυπωσιακή επιτυχία, το Γενικό Στρατηγείο εγκαταστάθηκε στην Κοζάνη από όπου ο αρχιστράτηγος Κωνσταντίνος σκόπευε να βαδίσει προς το Μοναστήρι για να ενωθεί με τον σερβικό στρατό. Ο Βενιζέλος ωστόσο είχε διαφορετική γνώμη. Ηθελε ο Ελληνικός Στρατός να συνεχίσει την πορεία του στη Μακεδονία και να μπει στη Θεσσαλονίκη προτού προλάβουν να το κάνουν οι Βούλγαροι, όπως σχεδίαζαν.

Τηλεγράφημα Βενιζέλου προς Κωνσταντίνο (13 Οκτωβρίου 1912): «Αναμένω να μοι γνωρίσετε την περαιτέρω διεύθυνσιν, ην θα ακολουθήση η προέλασις του στρατού Θεσσαλίας. Παρακαλώ μόνον να έχετε υπ' όψιν ότι σπουδαίοι πολιτικοί λόγοι επιβάλλουσι να ευρεθώμεν μίαν ώραν ταχύτερον εις την Θεσσαλονίκην». Υπογραφή: Υπουργός Στρατιωτικών Βενιζέλος

Κωνσταντίνος προς Βενιζέλο: «Ο στρατός δεν θα οδεύση κατά της Θεσσαλονίκης. Εγώ έχω καθήκον να στραφώ κατά του Μοναστηρίου, εκτός αν μου το απαγορεύετε».

Βενιζέλος προς Κωνσταντίνο: «Σας το απαγορεύω».


H μάχη των Γιαννιτσών

Picture
Μετά την επιμονή του Βενιζέλου, ο Στρατός της Θεσσαλίας συνέχισε την πορεία του προς τη Θεσσαλονίκη. Ολα τα τμήματα του τουρκικού στρατού, τα οποία υποχώρησαν από το Σαραντάπορο, συμπτύχθηκαν και οχυρώθηκαν στα Γιαννιτσά, τοποθεσία που, παρά το μειονέκτημα ότι είχε στα νώτα της τον ποταμό Αξιό, ήταν ένα σημείο αρκετά καλό για άμυνα επειδή αφενός έφραζε την κύρια οδική αρτηρία προς τη Θεσσαλονίκη, αφετέρου η επάνδρωσή της απαιτούσε περιορισμένες σχετικά δυνάμεις, δεδομένου ότι δεν ήταν εύκολη η υπερκέρασή της τόσο από τα νότια, λόγω της λίμνης (σήμερα έχει αποξηρανθεί) και του ελώδους εδάφους, όσο και από τα βόρεια όπου υψωνόταν το όρος Πάικο.

Οι αμυντικές δυνάμεις των Τούρκων στα Γιαννιτσά αποτελούνταν από πέντε μεραρχίες και έξι πυροβολαρχίες. Οι Ελληνες είχαν πέντε μεραρχίες και μία ταξιαρχία ιππικού.

H επίθεση του Ελληνικού Στρατού εναντίον του τουρκικού άρχισε το πρωί της 19ης Οκτωβρίου. Με συντονισμένες προσπάθειες οι ελληνικές μεραρχίες διέσπασαν την τουρκική άμυνα και τμήματα του τουρκικού στρατού άρχισαν να υποχωρούν προς τη Θεσσαλονίκη. Το απόγευμα της επομένης οι Ελληνικός Στρατός μπήκε θριαμβευτής στα Γιαννιτσά.

Μολονότι η νίκη των Γιαννιτσών ήταν πολύ σπουδαία για την πρόοδο των ελληνικών επιχειρήσεων, ο δρόμος για τη Θεσσαλονίκη δεν ήταν περίπατος. Οι Τούρκοι κατά την υποχώρησή τους είχαν καταστρέψει όλες τις γέφυρες του Αξιού και οι πολλές βροχές είχαν φουσκώσει τα νερά του ποταμού. Για να περάσει η ελληνική στρατιά έπρεπε να κατασκευαστούν πρόχειρες γέφυρες και αυτό συνεπαγόταν καθυστέρηση.

Οι καθυστερήσεις αυτές ανησυχούσαν τον Βενιζέλο. Οι Βούλγαροι, νικηφόροι και αυτοί έναντι των Τούρκων, βάδιζαν ακάθεκτοι προς τη Θεσσαλονίκη. Στις 24 Οκτωβρίου ο Βενιζέλος έστειλε το παρακάτω τηλεγράφημα στον Κωνσταντίνο κοινοποιώντας το και στον βασιλιά Γεώργιο:

''Λαμβάνω την τιμήν να φέρω εις γνώσιν της Υμετέρας Μεγαλειότητος τηλεγράφημα όπερ πέμπω προς τον Αρχηγόν του Στρατού Θεσσαλίας, έχον ούτω:

Αρχηγείον Στρατού Θεσσαλίας. - Από της μάχης των Γιαννιτσών ουδέν ανεκοινώσατε προς το Υπουργείον περί των περαιτέρω στρατιωτικών υμών επιχειρήσεων, ως και εκείνων της V Μεραρχίας. Και όμως από της μάχης των Γιαννιτσών παρήλθον 4 όλαι ημέραι. H σιωπή αύτη και η πλήρης άγνοια, εις ην ως εκ τούτου ευρίσκεται και η υπεύθυνος Κυβέρνησις και το Εθνος περί της τύχης του Στρατού του, είναι όντως εκπληκτική.
''

Μία ημέρα αργότερα ο Βενιζέλος, επικοινωνώντας τηλεφωνικώς με τον βασιλιά, τον παρακάλεσε να μεταβιβάσει το ακόλουθο μήνυμα στον γιο του:

«Σας καθιστώ προσωπικώς υπεύθυνον διά την βραδύτητα με την οποίαν διεξάγετε τας επιχειρήσεις αι οποίαι κινδυνεύουν να φέρουν τους Βουλγάρους πρώτους εις Θεσσαλονίκην».

Τελικά η Θεσσαλονίκη παραδόθηκε στους Ελληνες την 26 Οκτωβρίου 1912 μαζί με 26.000 τούρκους στρατιώτες, 70 πυροβόλα, 30 πολυβόλα και 1.200 υποζύγια. Στη συνέχεια η Στρατιά της Θεσσαλίας μπήκε στη Δυτική Μακεδονία και απελευθέρωσε τη Φλώρινα, τηνΚαστοριά και την Κορυτσά.

Και τώρα η Ηπειρος!
Picture
Στο μέτωπο της Ηπείρου οι επιχειρήσεις διεξάγονταν με βραδύτερο ρυθμό. Αν και ο ελληνικός στρατός κατέλαβε με σχετική ευκολία την Αρτα, την Πρέβεζα, την Καλαμπάκα και τοΜέτσοβο, σχεδόν καθηλώθηκε μπροστά στο Μπιζάνι, ένα ύψωμα 15 χιλιόμετρα περίπου έξω από τα Γιάννενα το οποίο είχαν οχυρώσει οι Τούρκοι εμποδίζοντας έτσι την προέλαση προς την πρωτεύουσα της Ηπείρου. Μετά την κατάκτηση όμως της Θεσσαλονίκης ο Στρατός της Ηπείρου ενισχύθηκε με δυνάμεις της Στρατιάς της Θεσσαλίας. Στις 10 Ιανουαρίου 1913 ο αρχιστράτηγος διάδοχος Κωνσταντίνος εγκατέστησε το στρατηγείο του στη Φιλιππιάδααναλαμβάνοντας τη διοίκηση όλων των μονάδων που υπήρχαν στην Ηπειρο. Το ενδιαφέρον του Βενιζέλου για την απελευθέρωση των Ιωαννίνων ήταν μεγάλο. Στις 6 Φεβρουαρίου ο Πρωθυπουργός και Υπουργός Στρατιωτικών έφθασε στο μέτωπο για να συνεννοηθεί με τον Κωνσταντίνο για τις περαιτέρω στρατιωτικές επιχειρήσεις.

Η μάχη στο Μπιζάνι

Κατά την έναρξη των πολεμικών επιχειρήσεων, ο ρόλος του στρατού Ηπείρου ήταν κυρίως αμυντικός αφού το μεγαλύτερο μέρος των στρατιωτικών τμημάτων είχε αξιοποιηθεί στο μέτωπο της Μακεδονίας. Μετά την προσάρτηση της Θεσσαλονίκης η Οθωμανική Αυτοκρατορία ζητάει ανακωχή λόγω όμως του ότι τα Ιωάννινα δεν είχαν ακόμα απελευθερωθεί η ελληνική πλευρά δέχεται να συμμετάσχει στις συζητήσεις ειρήνης ξεκαθαρίζοντας ότι μέχρι τη σύναψη της συμφωνίας η Ελλάδα θα βρίσκεται σε εμπόλεμη κατάσταση.

Ο Στρατός της Ηπείρου κατά την έναρξη του πολέμου αν και ολιγάριθμος ξεκίνησε να επιχειρεί εναντίον του Τούρκικου στρατού και αρχικά σημείωσε σπουδαίες νίκες καταλαμβάνοντας την Πρέβεζα με την βοήθεια του ελληνικού στόλου (21 Οκτωβρίου – 3 Νοεμβρίου 1912) και κάμπτοντας την αντίσταση του Τουρκικού Στρατού στη μάχη στα Πέντε Πηγάδια. Θεωρητικά πλέον ο δρόμος για την κατάληψη των Ιωαννίνων είχε ανοίξει.

Υπήρχαν όμως τεράστιες δυσκολίες που κώλυαν την επίθεση για την απελευθέρωση των Ιωαννίνων διότι πέρα από την αριθμητική τους υπεροχή οι Τούρκοι είχαν μετακινηθεί στο Μπιζάνι που όπως αναφέρουν οι ιστορικοί ήταν «ισχυρώς οχυρωμένον». Αυτές οι δυσχέρειες σε συνδυασμό με το δριμύ ψύχος και την έλλειψη εφοδίων είχαν καθηλώσει τον ελληνικό στρατό σε αμυντική θέση.

Μετά την σταθεροποίηση του Μακεδονικού Μετώπου ο κύριος όγκος του στρατού Θεσσαλίας κατεβαίνει για να ενισχύσει το στρατό Ηπείρου. Την αρχιστρατηγία αναλαμβάνει ο Διάδοχος Κωνσταντίνος. Το σχέδιο το οποίο εκπονήθηκε ήταν η επίθεση «δι ελιγμού» και ενώ το σχέδιο προέβλεπε την επίθεση από δεξιά, το Στρατηγείο εσκεμμένα άρχισε να διασπείρει την είδηση ότι η επίθεση θα γινόταν από την αριστερή πλευρά. Η επιτυχία του αιφνιδιασμού σε συνδυασμό με την ικανότητα του πυροβολικού οδηγούν στη πτώση του Μπιζανίου.

Λόγω της πτώσης του Μπιζανίου ο διοικητής των Ιωαννίνων Εσάτ Πασάς αναγκάσθηκε να στείλει απεσταλμένους για παράδοση της πόλης. Η συμφωνία επιτεύχθηκε και η παράδοση της πόλης ορίσθηκε για τις 8 το πρωί της 21ης Φεβρουαρίου. Υπεγράφη και σχετικό πρωτόκολλο παράδοσης. Το υπέγραφε ο διοικητής της οχυρωμένης τοποθεσίας Τούρκος αντισυνταγματάρχης Βεχήπ Μπέης και οι Έλληνες λοχαγοί Ιωάννης Μεταξάς και Ξενοφών Στρατηγός.

Ο Διάδοχος Κωνσταντίνος εισήλθε στην πόλη στις 22 Φεβρουαρίου και μαζί με το Στράτευμα έγιναν δεκτοί από τους κατοίκους με ενθουσιώδεις εκδηλώσεις.

Απελευθέρωση Ιωαννίνων
Picture
Ο Ελληνικός Στρατός του 1912, διαθέτοντας σχετικά περιορισμένες δυνάμεις και όντας υποχρεωμένος να διεξάγει επιχειρήσεις σε δύο μέτωπα, της Μακεδονίας και της Ηπείρου, δεν ήταν δυνατό να αναλάβει επιθετικές ενέργειες ταυτόχρονα και προς τις δύο αυτές κατευθύνσεις. Έτσι αποφασίστηκε να δοθεί προτεραιότητα στην απελευθέρωση της Μακεδονίας, αφού το επέβαλλαν σοβαροί εθνικοί λόγοι.Στην Ήπειρο διατέθηκε αρχικά δύναμη μιας μεραρχίας περίπου, υπό τον Αντιστράτηγο Σαπουντζάκη Κωνσταντίνο, με αμυντική κυρίως αποστολή που απέβλεπε στην εξασφάλιση της μεθορίου, η οποία άρχιζε από το Άκτιο (στον Αμβρακικό κόλπο), περνούσε από την Άρτα και κατέληγε στα Τζουμέρκα, συνολικού αναπτύγματος 150 χιλιομέτρων περίπου.

Παρόλα αυτά, με την έναρξη του πολέμου, οι ελληνικές δυνάμεις στην Ήπειρο (Στρατός Ηπείρου) πέρασαν τον Άραχθο και αφού κατέλαβαν, μετά από σύντομο αγώνα, διάφορα δεσπόζοντα υψώματα στα βορειοδυτικά της Άρτας, προέλασαν προς την Πρέβεζα την οποία απελευθέρωσαν στις 21 Οκτωβρίου και την οργάνωσαν ως βάση εφοδιασμού τους.Μετά τις παραπάνω επιτυχίες, αλλά και την ευμενή εξέλιξη των επιχειρήσεων στη Μακεδονία, το Υπουργείο Στρατιωτικών ενίσχυσε το Στρατό Ηπείρου με διάφορες μονάδες από το μακεδονικό μέτωπο και το εσωτερικό και μετέβαλε την αποστολή του από αμυντική σε επιθετική.Επακολούθησαν σκληροί αγώνες, στη διάρκεια των οποίων τα ελληνικά τμήματα κατέλαβαν στις 28 Οκτωβρίου την ισχυρή τοποθεσία Πέντε Πηγάδια και συνέχισαν προς την πεδιάδα των Ιωαννίνων, όπου είχε συγκεντρωθεί ο όγκος των τουρκικών δυνάμεων. Παράλληλα, άλλα ελληνικά τμήματα, που εξόρμησαν από την περιοχή της Καλαμπάκας, απελευθέρωσαν στις 31 Οκτωβρίου το Μέτσοβο.

Στο μεταξύ όμως οι συνθήκες του αγώνα είχαν μεταβληθεί σημαντικά, λόγω των δυσμενών καιρικών συνθηκών και της σοβαρής ενισχύσεως των Τούρκων με νέες δυνάμεις από την περιοχή του Μοναστηρίου. Έτσι η προέλαση του Ελληνικού Στρατού ανακόπηκε και οι αντίπαλοι περιορίστηκαν σε ανταλλαγή πυρών και αγώνα προφυλακών.Tο τελευταίο δεκαήμερο του Νοεμβρίου, ύστερα από απόφαση της Κυβερνήσεως να επιδιώξει την απελευθέρωση της Ηπείρου πριν από τη σύναψη συνθήκης ειρήνης μεταξύ των εμπολέμων, ο Στρατός Ηπείρου ενισχύθηκε με τη IΙ Μεραρχία από τη Θεσσαλονίκη και ανέλαβε νέα επιθετική προσπάθεια.Μετά όμως από αλλεπάλληλες ενέργειες, από 1 μέχρι 3 Δεκεμβρίου, οι ελληνικές δυνάμεις προσέκρουσαν στην οχυρωμένη τοποθεσία των Ιωαννίνων, όπου και αναχαιτίστηκαν. Επακολούθησε περίοδος στασιμότητας στο μέτωπο, μέχρι της ενισχύσεως του Στρατού Ηπείρου και με τις IV και VI Μεραρχίες από το Θέατρο Επιχειρήσεων Μακεδονίας, αφού στο μεταξύ είχε ολοκληρωθεί η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης και της Δυτικής Μακεδονίας και ήταν δυνατή η αποδέσμευση δυνάμεων για την επίσπευση της απελευθερώσεως της Ηπείρου.

Νέα επίθεση που έγινε από τις 7 μέχρι τις 10 Ιανουαρίου 1913, με κύρια προσπάθεια κατά του Οχυρού Μπιζάνι, αναχαιτίστηκε και πάλι από τους Τούρκους, με πολλές μάλιστα απώλειες για τις ελληνικές δυνάμεις.Τελικά σφοδρή επίθεση, που εκτοξεύτηκε στις 20 Φεβρουαρίου του ίδιου έτους, είχε ως αποτέλεσμα τον αιφνιδιασμό των Τούρκων, ιδίως από τη βαθειά ελληνική εισχώρηση στο δεξιό πλευρό τους και την «άνευ όρων» παράδοση στον Ελληνικό Στρατό της πόλεως των Ιωαννίνων, μετά δύο ημέρες (21 Φεβρουαρίου 1913) από τον Τούρκο Διοικητή Εσσάτ Πασά.Η νίκη είχε βραβεύσει τις ακαταπόνητες προσπάθειες, τον απαράμιλλο ενθουσιασμό, τη φιλοπατρία και την ακλόνητη πίστη του Έλληνα μαχητή. Η απελευθέρωση των Ιωαννίνων, πέρα από την εξουδετέρωση κάθε σοβαρής τουρκικής αντιστάσεως στην Ήπειρο και την κυρίευση σημαντικού πολεμικού υλικού, είχε πρώτιστα σοβαρή επίδραση στο ελληνικό γόητρο, το οποίο μετά και από την επιτυχία αυτή εξυψώθηκε διεθνώς. Ο ενθουσιασμός, με τον οποίο ο λαός των Ιωαννίνων δέχτηκε την είσοδο στην πόλη των ελληνικών στρατευμάτων, κατόπτριζε και τον πανελλήνιο ενθουσιασμό, που ήταν πράγματι πρωτοφανής.

Μετά την απελευθέρωση των Ιωαννίνων, οι IV και VI Μεραρχίες της Στρατιάς Ηπείρου μεταφέρθηκαν στη Θεσσαλονίκη. Οι υπόλοιπες κινήθηκαν βορειότερα και μέχρι τις 5 Μαρτίου 1913 απελευθέρωσαν τις περιοχές της Βόρειας Ηπείρου Αργυρόκαστρο, Χειμάρρα, Αγίους Σαράντα, Τεπελένι, Πρεμετή και Κλεισούρα, ενώ η Κορυτσά είχε ήδη απελευθερωθεί από τις 7 Δεκεμβρίου 1912.

Ο ακραιφνής ελληνικός πληθυσμός των περιοχών αυτών υποδέχτηκε με απερίγραπτο ενθουσιασμό τα ελληνικά στρατεύματα. Οι απελευθερωτικοί όμως αυτοί αγώνες και οι θυσίες του Ελληνικού Στρατού δεν είχαν τα προσδοκώμενα αποτελέσματα. Οι προαιώνιοι πόθοι και τα όνειρα των Ελλήνων της Βόρειας Ηπείρου έμειναν τελικά ανεκπλήρωτα, αφού η Βόρεια Ήπειρος περιλήφθηκε με απόφαση των τότε Μεγάλων Δυνάμεων στο νεοσύστατο Αλβανικό Κράτος, αλλάζοντας απλώς κυρίαρχο.Η Οχυρή Τοποθεσία των Ιωαννίνων Το υψίπεδο Ιωαννίνων έχει σχήμα ελλειψοειδές με μέγιστο μήκος 40 χιλιόμετρα σε ευθεία γραμμή και μέγιστο πλάτος 22 χιλιόμετρα. Το μέσο υψος του από την επιφάνεια της θάλασσας είναι 500 περίπου μέτρα και στο κέντρο του βρίσκεται η ομώνυμη λίμνη καθώς και η πόλη των Ιωαννίνων.

Περιβάλλεται από υψηλούς, απότομους και δυσπρόσιτους ορεινούς όγκους με την οροσειράΜιτσικέλι προς τα βορειοανατολικά, τα υψώματα του Δρίσκου προς τα ανατολικά, την Αετοράχη και το όρος Τόμαρος (Ολίτσικας) προς τα νότια και τις λοφοσειρές Χιντζηρέλουκαι Μεγάλη Τσουκα προς τα δυτικά.

Ενδιάμεσα υπάρχουν τα φύσει οχυρά υψώματα Δουρουτι, Μανολιάσα, Αυγό, Μπιζάνι και Καστρίτσα.

Το χειμώνα το ψύχος είναι δριμύ και οι χιονοπτώσεις πολλές, η δε ομίχλη είναι συνήθης με αποτέλεσμα να παρεμποδίζεται η παρατήρηση.

Το οδικό δίκτυο κατά την περίοδο αυτή ήταν πολύ φτωχό. Υπήρχε Λόνο η σκυρόστρωτη οδόςΆρτα—Φιλιππιάδα—Ιωάννινα—Ελαία, καθώς και μερικές δευτερεύουσες (καροποίητες) ορεινές οδοί μικρής αποδόσεως.

Η φύσει οχυρή αυτή τοποθεσία των Ιωαννίνων είχε οργανωθεί από τον καιρό της ειρήνης με πολλά μόνιμα και ημιμόνιμα έργα, που είχαν κατασκευαστεί με την ευθύνη του Διοικητή Πυροβολικού του Φρουρίου των Ιωαννίνων Αντισυνταγματάρχη Βεχήπ Μπέη και με την επίβλεψη γερμανικής στρατιωτικής αποστολής, υπό το Στρατηγό Φον Ντερ Γκολτς. Διάφορα πρόχειρα έργα εκστρατείας (πολυβολεία, ορύγματα, συρματοπλέγματα κ.λ.π.) συμπλήρωναν και βελτίωναν την αμυντική ισχύ της τοποθεσίας. Τέλος είχε αναπτυχθεί πνκνό τηλεφωνικό δίκτυο, για την άνετη εξασφάλιση των επικοινωνιών.Το βάρος της οχυρώσεως είχε δοθεί στο νότιο τομέα και ιδιαίτερα στα υψώματα της Μανολιάσας (Μεγάλη Ράχη, Προφήτης Ηλίας, Καστρί), Αυγού και Μπιζανίου (Μικρό, Μεγάλο Μπιζάνι) για την απαγόρευση του άξονα Άρτα—Ιωάννινα και την εξασφάλιση του συγκοινωνιακού και ανεφοδιαστικού κόμβου των Ιωαννίνων από την κατεύθυνση αυτή, από όπου προβλεπόταν και η μεγαλύτερη απειλή σε περίπτωση πολέμου της Τουρκίας με την Ελλάδα.

Μεταφορά Νέων Ενισχύσεων στην Ήπειρο

Μετά την απόφαση του Υπουργείου Στρατιωτικών για την άμεση ενίσχυση του Στρατού Ηπείρου με τις IV και VI Μεραρχίες, άρχισε από τις 12 Δεκεμβρίου η θαλάσσια μεταφορά των μεραρχιών αυτών από τη Θεσσαλονίκη στην Πρέβεζα.

Πρώτη μεταφέρθηκε η IV Μεραρχία, συνολικής δυνάμεως 228 αξιωματικών, 10.068 οπλιτών και 2.300 κτηνών. Η Μεραρχία αμέσως μετά την αποβίβαση της κατευθύνθηκε στηΦιλιππιάδα, που είχε οριστεί ως χώρος συγκεντρώσεως. Εκεί συμπληρώθηκε σε προσωπικό, υλικό και τρόφιμα και στη συνέχεια προωθήθηκε προς τη ζώνη επιχειρήσεων στο χώρο Χάνι Εμίν Αγά—χ. Πέρδικα, όπου έφτασε στις 20 Δεκεμβρίου.

Ακολούθησε η VI Μεραρχία που βρισκόταν στην Κορυτσά. Η μεταφορά και αυτής έγινε θαλασσίως από τη Θεσσαλονίκη, γιατί η οδική κίνηση της μέσω Καστοριάς—Μετσόβου, όπως αρχικά είχε ζητηθεί από το Υπουργείο Στρατιωτικών, κρίθηκε από το Γενικό Στρατηγείο ασύμφορη και επικίνδυνη.

Η VI Μεραρχία, συνολικής δυνάμεως 7.400 αντρών, 1.800 κτηνών και 110 οχημάτων, άρχισε την επιβίβαση της στις 22 Δεκεμβρίου σε 18 ατμόπλοια και μέχρι τις 28 Δεκεμβρίου είχε αποβιβαστεί στην Πρέβεζα, όπου οι μονάδες της συμπληρώθηκαν από επιστράτους που είχαν φτάσει εκεί από το εσωτερικό. Στη συνέχεια και μέχρι τις 13 Ιανουαρίου η Μεραρχία, με διαταγή του Στρατηγείου Ηπείρου, μεταστάθμευσε στο άκρο δεξιό της διατάξεως του Στρατού Ηπείρου, στην περιοχή των χωριών Κορίτιανη—Πλαίσια—Καλέντζι.Εκτός από αυτές τις δύο μεραρχίες, στις 29 Δεκεμβρίου, έφτασε στην Πρέβεζα προερχόμενο από τη Χίο και το 7ο Σύνταγμα Πεζικού της II Μεραρχίας (Απόσπασμα Χίου), υπό το Συνταγματάρχη ΠεζικούΔελαγραμμάτικα Νικόλαο, που αποτελούνταν από 4 τάγματα Πεζικού και δύο ορειβατικές πυροβολαρχίες Κρουπ, συνολικής δυνάμεως 28 αξιωματικών και 4.475 οπλιτών.Μέχρι τις5 Ιανουαρίου το Απόσπασμα αυτό είχε προωθηθεί στο χ. Μυροδάφνη ως γενική εφεδρεία. Στο ίδιο χρονικό διάστημα προωθήθηκε στο Χάνι Εμίν Αγά και στην Κανέτα σημαντικός αριθμός πεδινών και βαρέων πυροβόλων.

Από τα πλεονάσματα εξάλλου των επιστράτων, που είχαν διατεθεί για τη συμπλήρωση του προσωπικού των μονάδων, συγκροτήθηκε ένα ανεξάρτητο τάγμα Πεζικού, με αποστολή να εξασφαλίσει τον κάτω ρου του Αχέροντα ποταμού σε συνεργασία με τα εκεί εθελοντικάτμήματα Προσκόπων.

Γεγονότα και Επιχειρήσεις από 11 Ιανουαρίου μέχρι 15 Φεβρουαρίου 1913 

Στις 10 Ιανουαρίου ο Αρχιστράτηγος Διάδοχος Κωνσταντίνος έφτασε και εγκατέστησε το Στρατηγείο του στη Φιλιππιάδα, αναλαμβάνοντας τη διοίκηση όλων των μονάδων που υπήρχαν στην Ήπειρο, καθώς και τη διεύθυνση των επιχειρήσεων.

Το πρωί της επομένης ο Αρχιστράτηγος συναντήθηκε στο ύψ. Κανέτα με τον Αντιστράτηγο Σαπουντζάκη και, αφού ενημερώθηκε για τη γενική κατάσταση και την πρόοδο των επιχειρήσεων, αποφάσισε να επιτεθεί κατά της οχυρωμένης τοποθεσίας Μπιζανίου, μετά από κατάλληλη ανασυγκρότηση των μονάδων του Στρατού Ηπείρου.

Για τη διατήρηση των δυνάμεων ακμαίων, διέταξε τις μεραρχίες να εξασφαλίσουν στα τμήματα τους την αναγκαία ανάπαυση, τηρώντας στις προφυλακές τους μόνο τις απαραίτητες δυνάμεις, οι οποίες και να εναλλάσσονται.

Στο πλαίσιο της ανασυγκροτήσεως η Μεραρχία Ηπείρου μετονομάστηκε σε VIII Μεραρχία και τη διοίκηση του Τμήματος Στρατιάς Δεξιού (VI και VIII Μεραρχίες) ανέλαβε ο Αντιστράτηγος Σαπουντζάκης.

Το Απόσπασμα Χίου τέθηκε υπό τις διαταγές της IV Μεραρχίας και το Ανεξάρτητο Τάγμα διατέθηκε στη II Μεραρχία.Ο Υποστράτηγος Μοσχόπουλος επανήλθε στη διοίκηση της IV Μεραρχίας και ο Υποστράτηγος Καλλάρης στη διοίκηση της II Μεραρχίας.Συγκροτήθηκε Σύνταγμα Ιππικού Ηπείρου, από την ίλη Ιππικού που βρισκόταν στην Ήπειρο και δύο ακόμη ίλες που έφτασαν από τη Θεσσαλονίκη στις 13 Ιανουαρίου.

Οι μεραρχίες παρέμειναν στις θέσεις τους, με εξαίρεση την προώθηση ενός τάγματος της IV Μεραρχίας στην παρυφή του χωριού Μανολιάσα μέχρι το βράδυ της 12ης Ιανουαρίου, ύστερα από αγώνα και με σημαντικές απώλειες.

Στις 17 Ιανουαρίου το Γενικό Στρατηγείο, μετά από σχετική έγκριση του Υπουργείου Στρατιωτικών, διέταξε την αποστράτευση όλων των εθελοντικών σωμάτων, εκτός από αυτά που βρίσκονταν στην περιοχή του Αχέροντα και του Ολίτσικα, γιατί η παρουσία τους μετά τη σημαντική ενίσχυση του Στρατού Ηπείρου δεν κρινόταν απαραίτητη. Επιπλέον, επειδή τα σώματα αυτά δεν ήταν πλήρως οργανωμένα στρατιωτικώς και εκπαιδευμένα, είχαν παρουσιάσει αυξημένες απώλειες καθώς και κρούσματα απειθαρχίας, ιδίως σε βάρος των κατοίκων της περιοχής. Οι άντρες, αφού παρέδιναν τον οπλισμό τους στους επικεφαλής αξιωματικούς τους, θα επανέρχονταν στις εστίες τους.

Την ίδια ημέρα επίσης ο Αρχιστράτηγος έστειλε προσωπική επιστολή στον Αρχηγό των τουρκικών δυνάμεων Ιωαννίνων Εσσάτ Πασά, με την οποία του ζητούσε να παραδώσει την πόλη, ώστε να αποφευχθεί η άσκοπη αιματοχυσία, αφού άλλωστε η Οθωμανική Αυτοκρατορία με την έναρξη της Συνδιασκέψεως στο Λονδίνο είχε παραιτηθεί κάθε δικαιώματος από τα εδάφη μεταξύ της Αδριατικής και της Θράκης. Ο στρατός που υπερασπιζόταν τα Ιωάννινα θα ήταν ελεύθερος να μεταφερθεί σε τόπο κοινής αποφάσεως με τον οπλισμό και τα εφόδια του. Η απάντηση του Εσσάτ Πασά δόθηκε μετά από δύο ημέρες και ήταν αρνητική.

Επακολούθησε άμεση ενημέρωση της Κυβερνήσεως και εντατική μεταφορά και συγκέντρωση πυρομαχικών και τροφίμων για τη γενική επίθεση κατά των Ιωαννίνων. Επίσης έγιναν διευθετήσεις στο ορεινό οδικό δίκτυο και διανοίχθηκαν νέοι δρόμοι για τις ανάγκες του πεδινού πυροβολικού. Ο καιρός στο μεταξύ χειροτέρευσε και πυκνό χιόνι κάλυψε την περιοχή, ενώ συχνά η ομίχλη δυσχέραινε την παρατήρηση και οι άντρες υπέφεραν από το δριμύ ψύχος. Το Απόσπασμα Μετσόβου, που είχε από τις 11 Ιανουαρίου προωθήσει το μεγαλύτερο μέρος των δυνάμεων του στη γραμμή των χωριών Γότιστα—Δεμάτι—Ιτιά—Τρίστενο—Γρεβενίτι, διατάχθηκε στις 25 Ιανουαρίου να συγκεντρώσει τις δυνάμεις του, ώστε να έχει ετοιμότητα επιθέσεως για την κατάληψη του Δρίσκου και, σε ευνοϊκές συνθήκες, να συνεχίσει την προέλαση του προς τα νότια της λίμνης Ιωαννίνων.Στις 6 Φεβρουαρίου, επισκέφθηκε το μέτωπο ο Πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος για να σχηματίσει από κοντά σαφή εικόνα της εκεί καταστάσεως και επιπλέον να συνεννοηθεί προσωπικά με τον Αρχιστράτηγο και να καθορίσουν από κοινού με ποιό τρόπο οι παραπέρα στρατιωτικές επιχειρήσεις θα μπορέσουν να εξυπηρετήσουν αποτελεσματικότερα το εθνικό συμφέρον.Ο Πρωθυπουργός μετά τη Φιλιππιάδα, όπου ήταν το Γενικό Στρατηγείο, συνοδευόμενος από τον Αρχιστράτηγο επισκέφθηκε τον τομέα του μετώπου στο Μπιζάνι και στη συνέχεια αναχώρησε για την Πρέβεζα, προκειμένου να επιστρέψει στην Αθήνα.

Στις 9 Φεβρουαρίου, το Γενικό Στρατηγείο κοινοποίησε γενικές οδηγίες προς όλες τις μονάδες για την έγκαιρη μελέτη και προπαρασκευή της επικείμενης επιχειρήσεως. Σύμφωνα με τις οδηγίες αυτές, η κύρια προσπάθεια θα κατευθυνόταν προς τον τομέα Μπιζάνι—Κουτσελιό—Καστρίτσα και θα αναλαμβανόταν από τις II, VI, VIII Μεραρχίες και το Απόσπασμα Μετσόβου, με ταυτόχρονη δευτερεύουσα ενέργεια από το Απόσπασμα Ολύτσικα και την IV Μεραρχία προς τα υψώματα Άγιος Νικόλαος και Μανολιάσα αντίστοιχα.

Η όλη ενέργεια θα συνδυαζόταν με προέλαση της III Μεραρχίας και Αποσπάσματος της V Μεραρχίας από την Κορυτσά και τη Φούρκα προς τα νότια.

Στο μεταξύ στις 8 Φεβρουαρίου, έφτασε στην Καλαμπάκα, προερχόμενο από τη Θεσσαλονίκη, το 4ο Σύνταγμα Πεζικού της I Μεραρχίας. Ο διοικητής του, Συνταγματάρχης Παπακυριαζής Ιωάννης, έλαβε εντολή από το Γενικό Στρατηγείο να συγκροτήσει Μικτή Ταξιαρχία από το 4ο Σύνταγμα, το πρώην Απόσπασμα Μήτσα που βρισκόταν στο Μέτσοβο, ένα τάγμα που είχε σταλεί από το εσωτερικό και μια ταχυβόλο πυροβολαρχία, με σκοπό να διανοίξει τη διάβαση Δρίσκου και να συνδράμει στη γενική επίθεση κατά των Ιωαννίνων, καταλαμβάνοντας τηνΚαστρίτσα.Από τις 15 Φεβρουαρίου η Ταξιαρχία αυτή τέθηκε στη διάθεση του Τμήματος Στρατιάς Δεξιού. Αποστολή της ήταν να εξασφαλίσει το Μέτσοβο με μικρό τμήμα, ενώ με τις υπόλοιπες δυνάμεις της, αφού εκκαθαρίσει την περιοχή, να περάσει τον Άραχθο και να επιτεθεί κατά των τουρκικών δυνάμεων στα χωριά Δαφνούλα και Δρίσκος και να συνδεθεί με το Τμήμα Στρατιάς Δεξιού. Με άλλη διαταγή συγκροτήθηκε γενική εφεδρεία από το 15ο Σύνταγμα Πεζικού, το Ιο Σύνταγμα Ευζώνων και ένα τάγμα του 17ου Συντάγματος, η οποία συγκεντρώθηκε στα χωριά Αετοράχη και Ελληνικό.Στις 12 Φεβρουαρίου, εξάλλου, αποβιβάστηκε στην Πρέβεζα μία μοίρα Πεδινού Πυροβολικού (των δύο πυροβολαρχιών), προερχόμενη από τη θεσσαλονίκη και διατέθηκε στο Διοικητή Πυροβολικού Στρατιάς.

Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα οι Τούρκοι ασχολήθηκαν εντατικά με τη συμπλήρωση της αμυντικής τους οργανώσεως, κυρίως στο Οχυρό Μπιζάνι και στην περιοχή του χωριούΚουτσελιό.

Απολογισμός 


Στις 21 Φεβρουαρίου 1913, με την αποδόχη της πρότασης παράδοσης, το Σύνταγμα Ιππικού της Στρατιάς Ηπείρου εισήλθε στα Ιωάννινα.

Οι απώλειες του ελληνικού στρατού κατά την μάχη, ανήλθαν σε 264 νεκρούς και τραυματίες. Η αποφασιστική αυτή νίκη άνοιξε τον δρόμο για την απελευθέρωση της ευρύτερης περιοχής των Ιωαννίνων και της Βόρειας Ηπείρου.

Κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων πέθανε ο Ολυμπιονίκης Κωνσταντίνος Τσικλητήρας (10 Φεβρουαρίου 1910 στην Αθήνα). Παρόλο που είχε την δυνατότητα να πάρει αναβολή λόγω των αθλητικών του διακρίσεων, αρνήθηκε και κατατάχτηκε εθελοντικά στο στράτευμα.